Two-dimensional narration and its deeper perspective

Angheliki Bassoukou, Poetress, (From the catalogue of the exhibition V. Koskiniotou, Titanium Gallery, September - October 2008), Athens

"[…] for if the thing has not been seen before, our pleasure will not be in the picture as an imitation of it, but will be due to the execution or colouring or some similar cause."

Aristotle, On Poetics 1448 b 17-19 (transl. I. Bywater, adapted)

Vassiliki Koskiniotou’s visual idiolect naturally leads us to the verification of the well-known view of the ancient philosopher: it concerns the art of perception, where the signifiers represent non-representational realities. Her biological vision progressively expands until the virtual disappearance of the objective role (without however reaching its total elimination). It does not explore space, but rather structures an ideal self-referential universe composed of colour masses, lines and elliptical complexes, the latter being identified many times with particular objects-recognizable entities.

The overall stylistic substance bears witness to the fertile assimilation of the artistic movements of the 20th century, and in particular abstraction and expressionism. The lines and the colours emerge completely subjectively, they obey to the laws of their one coming-into-being. Characteristic as for these properties emerges Klee’s signal idiom, consisting of signs without any predetermined significance which express the views of the painter on the essence of things. His allegory of ‘the path of the line’ clearly maps out an ‘intellectual excursion,’ where there are intertwined states such as excitement, melancholy, mutual understanding, joy, distantiation. Accordingly, the composition of the geometrical shapes on the canvas and their proportionate correspondence with feelings are set in the core of Kandinsky's artistic thinking. The colours are living, they stimulate the soul and deliver vibrations. They give rise to either the feeling of lightness or weight, of heat and its graduations. They lead to the disruption of attention or self-concetration; Each with its own destination. However, always, the signification of the referent of the signs remains lacking; in this way it spurs the spectator’s associational activity of and activated vision.

In the painting work in question, the inner event develops in microcosms comprising intersecting islets of colour inscribed in wider sets, thus cultivating the impression of a peculiar perspective, ladders questioning on the boundaries of exaltation and their potential surpassing, plant forms lit by fragmented suns, spheres divided laterally, in their self-definition as unanswered question marks on the conditions of their convergence and detachment. The round line with its rhythmical variations contributes to the relief of tensions and the final balance between centripetal and centrifugal forces. In parallel, the obvious colour and form-creating eloquence allows the unfolding of a flexible dialogue between plain and more complex options, as well as the emergence of emotive transitions from childhood and adolescent innocence, with dominant being the silent mobility of the ethereal hues to the earthy and Dorian coming-of-age, site of the flourishing of the deepening of reflection, at times immersed in sorrow drops; an elegiac vision.

The painting surface is therefore transformed into an organized interdependence field of sign systems which declare, denote or symbolize heavenly and human embrace, blossomed celebration, morning vision, poetic wakefulness, the inevitability of the emotional bond. After all, a central topic in Koskiniotou’s aesthetic ideology is language and the special force of poetic speech. By functioning as informational, emotional and aesthetic indices, verses and phrases become incorporated in her works, are directly or indirectly connected with their thematic and reinforce their narrative character. This interactive co-existence is equivalent to a creative action; it is not a process of name-setting pursuing to impose its own signified on the content of the work, but rather it is a broadening of its decoding horizons, by awakening the intellectual and staging imagination of the receiver. The topic , though, of language and poetry seems to be posed, according to the artist herself, mainly on a philosophical level: The conception of the external world becomes language, the root of origin is sought in mother-language, the approaching of the erotic object and the visual treatment of the self unfold with poetic language as a mediator constituting the primary matter and the impetus for inspiration.

For Freud, emotive complexes of the oneiric space are not subject to moral or aesthetic criteria; driven by the existential necessity to surpass the narrow circle of conscious individuality and armed with her glance and intuition, the artist bends over the matrix of archetypal forms which lie under the veil of consciousness. Round warmth and lustful tenderness, erotic union, the dynamics of fruit-bearing and the origin of Being, inherent in female nature, are crystalised in redemptive female forms, born of intense fermentations of experience. The moon and its transformations ideally visualize the oneiric-mataphysical atmosphere. As the painter herself notes: "and always is the moon there; it looks from high up after our little grandeurs as it is the most courteous, the most uncorruptable, equally human and uncanny, brilliant celestial eye. Something like unearthly truth, like the essence of light or love. And like a bridge between what is plenty in life and lacking in art; and vice versa"

Η Δισδιάστατη Αφήγηση και η Ενδότερη Προοπτική της

Αγγελική Μπασούκου, Φιλόλογος - Ποιήτρια, Από τον κατάλογο για την έκθεση της Β. Κοσκινιώτου στην Titanium, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2008, Αθήνα

"[…] Αν τύχει και δεν έχουμε ξαναδεί το αντικείμενο που απεικονίζεται, τότε την ηδονή δεν την προξενεί η μίμηση, αλλά η εκτέλεση του έργου, το χρώμα ή κάποια άλλη παρόμοια αιτία".

Αριστοτέλης, Ποιητική 1448 β 17-19

Η εικαστική ιδιόλεκτος της Βασιλικής Κοσκινιώτου οδηγεί αβίαστα στην επαλήθευση της γνωστής άποψης του αρχαίου φιλοσόφου: αφορά την τέχνη της αίσθησης, όπου τα σημαίνοντα αναπαριστούν μη-παραστατικές πραγματικότητες. Η βιολογική της όραση προεκτείνεται προοδευτικά μέχρι την έκλειψη σχεδόν του αντικειμενικού κόσμου -χωρίς ωστόσο να καταλήγει στον πλήρη εξοβελισμό του. Δεν εξερευνά το χώρο, αλλά κατασκευάζει ένα ιδεατό σύμπαν αυτο-αναφορικό, στοιχειοθετούμενο από χρωματικές μάζες, γραμμές και ελλειψοειδή συμπλέγματα, ταυτιζόμενα πολλές φορές με συγκεκριμένα αντικείμενα-αναγνωρίσιμες οντότητες.

Η όλη υφολογική υπόσταση μαρτυρά τη γόνιμη αφομοίωση των καλλιτεχνικών ρευμάτων του 20ου αιώνα, και ειδικότερα της αφαίρεσης και του εξπρεσιονισμού. Οι γραμμές και τα χρώματα προκύπτουν εντελώς υποκειμενικά, υπακούν στους νόμους της ίδιας τους της γένεσης. Χαρακτηριστικό ως προς τις ιδιότητες αυτές προβάλλει το συνθηματικό ιδίωμα του Klee, αποτελούμενο από πλαστικά σήματα χωρίς προκαθορισμένη σημασία που εκφράζουν τις σκέψεις του ζωγράφου για την ουσία των πραγμάτων. Η αλληγορία του «Περίπατος της γραμμής» χαρτογραφεί με ευκρίνεια μια νοητή «εκδρομή», όπου διαπλέκονται καταστάσεις όπως η έξαψη,η μελαγχολία, η ομοθυμία, η χαρά, η απομάκρυνση. Αντίστοιχα, η σύνταξη των γεωμετρικών σχημάτων στον καμβά και η αναλογική τους ανταπόκριση με τα αισθήματα τίθεται στον πυρήνα του προβληματισμού του Kandinsky. Τα χρώματα είναι ζωντανά, ερεθίζουν τον ψυχισμό και γεννούν δονήσεις. Προκαλούν το αίσθημα της ελαφρότητας είτε του βάρους, της θερμότητας και των διαβαθμίσεών της, οδηγούν στη διάσπαση της προσοχής είτε στην αυτοσυγκέντρωση· καθένα με το δικό του προορισμό. Πάντα όμως η σημασιοδότηση του αντικειμένου αναφοράς των σημείων παραμένει ελλιπής· με τον τρόπο αυτό πυροδοτείται η συνειρμική δραστηριότητα του θεατή και η ενεργοποιημένη θέαση.

Στο εν λόγω ζωγραφικό έργο, το εσωτερικό γεγονός αναπτύσσεται σε μικρόκοσμους απαρτιζόμενους από τεμνόμενες νησίδες χρωμάτων εγγεγραμμένες σε ευρύτερα σύνολα, καλλιεργώντας έτσι την εντύπωση μιας ιδιόρρυθμης προοπτικής, σκάλες που ρωτούν για τα όρια της ανύψωσης και τις ενδεχόμενες υπερβάσεις τους, φυτικές μορφές φωτιζόμενες από κατακερματισμένους ήλιους, σφαίρες χωρισμένες εγκάρσια, αυτο-οριζόμενες ως αναπάντητα ερωτηματικά γύρω από τις συνθήκες σύγκλισης κι απόσχισής τους. Η καμπύλη γραμμή με τις ρυθμικές παραλλαγές της συντελεί στην εκτόνωση των εντάσεων και στην τελική ισορροπία ανάμεσα σε κεντρομόλες και φυγόκεντρες δυνάμεις. Ταυτόχρονα, η έκδηλη χρωματική και μορφοπλαστική ευγλωττία επιτρέπει την εκδίπλωση ενός ευέλικτου διαλόγου μεταξύ λιτών και πολυπλοκότερων επιλογών, καθώς και την ανάδυση θυμικών μεταπτώσεων: από την παιδική κι εφηβική αθωότητα, με κυρίαρχη τη σιωπηλή κινητικότητα των αέρινων αποχρώσεων, ως τη γήινη και δωρική ενηλικίωση, τόπο άνθισης της στοχαστικής εμβάθυνσης, εμποτισμένης κάποτε με σταγόνες λύπης· μια ελεγειακή ματιά.

Η επιφάνεια του πίνακα μετατρέπεται επομένως σε οργανωμένο πεδίο αλληλοεξάρτησης σημειακών συστημάτων που δηλώνουν, υποδηλώνουν είτε συμβολίζουν την ουράνια κι ανθρώπινη αγκαλιά, την ανθισμένη γιορτή, το πρωινό όραμα, την ποιητική εγρήγορση, το αναπόφευκτο του αισθηματικού δεσμού. Άλλωστε, ζήτημα κεντρικό στην αισθητική ιδεολογία της Βασιλικής Κοσκινιώτου συνιστά η γλώσσα και η ιδιάζουσα ισχύς του ποιητικού λόγου. Λειτουργώντας ως πληροφοριακοί, συγκινησιακοί κι αισθητικοί δείκτες, στίχοι και φράσεις ενσωματώνονται στα έργα της, συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τη θεματική τους κι ενισχύουν τον αφηγηματικό τους χαρακτήρα. Η διαδραστική αυτή συνύπαρξη ισοδυναμεί με δημιουργική πράξη· δεν πρόκειται για διαδικασία ονοματοθεσίας που επιδιώκει να επιβάλλει το δικό της σημαινόμενο στο περιεχόμενο του έργου, αλλά για διεύρυνση των οριζόντων αποκωδικοποίησής του, αφυπνίζοντας τη διανοητική και σκηνοθετική φαντασία του δέκτη. Η προβληματική όμως της γλώσσας και της ποίησης φαίνεται να τοποθετείται, σύμφωνα με την ίδια την καλλιτέχνιδα, κυρίως σε φιλοσοφικό επίπεδο:η σύλληψη του εξωτερικού κόσμου συνάδει με τη γλώσσα, η ρίζα της καταγωγής αναζητείται στη μητρική γλώσσα, η προσέγγιση του ερωτικού αντικειμένου και η εικονική διαπραγμάτευση του εαυτού συμβαίνουν με διάμεσο την ποιητική γλώσσα, η οποία συχνά αποτελεί πρωτογενές υλικό και αφετηρία έμπνευσης.

Κατά τον Freud, τα συγκινησιακά συμπλέγματα του ονειρικού χώρου δεν υπάγονται σε ηθικά ή αισθητικά κριτήρια· σπρωγμένος από υπαρξιακή αναγκαιότητα να ξεπεράσει το στενό κύκλο της συνειδητής ατομικότητας και οπλισμένος με την ενατένιση και τη διαίσθησή του, ο καλλιτέχνης εγκύπτει στη μήτρα αρχετυπικών μορφών που βρίσκονται πίσω από το πέπλο της συνείδησης. Η στρογγυλή ζεστασιά και η λάγνα τρυφερότητα, η ερωτική ένωση, η δυναμική της καρποφορίας και η αρχή του Είναι, σύμφυτες με τη γυναικεία φύση, αποκρυσταλλώνονται στις λυτρωτικές γυναικείες μορφές, απότοκες έντονων βιωματικών ζυμώσεων. Το φεγγάρι και οι μεταμορφώσεις του αποτυπώνουν ιδανικά την ονειρική-μεταφυσική ατμόσφαιρα. Όπως σημειώνει η ίδια η ζωγράφος, «και πάντοτε το φεγγάρι είναι εκεί· στέργει από ψηλά τα μικρά μας μεγαλεία, ως το πιο ευπροσήγορο, το πιο αδιάφθορο, ανθρώπινο μαζί κι ανοίκειο ουράνιο φωτεινό μάτι.Κάτι σαν αλήθεια υπέρκοσμη, σαν την ουσία του φωτός ή την αγάπη. Και σαν γέφυρα ανάμεσα σε αυτό που περισσεύει της ζωής και λείπει της τέχνης. Και αντίστροφα».