Γεφυρισμοί / Making Bridges

ΣΑΒΒΑΤΟ, 31 ΜΑΙΟΥ 2014

Για την γελαστή μητρότητα στο έργο της εικαστικού Βασιλικής Κοσκινιώτου.

Της Μαρίας Γιαγιάννου (Link)

«Παστέλ. Η λέξη δεν υποβάλλει τόσο
την έννοια μιας δουλειάς, όσο μιας γέννησης»
Ζαν Κλαιρ

Είναι ιστορικά ανθεκτική η κοινοτοπία πως ο άνδρας δημιουργεί με το μυαλό και η γυναίκα με το σώμα, γεγονός αναμφισβήτητο ασφαλώς όσο και το ακριβώς αντίστροφο. Για καιρό επικρατούσε η άποψη ότι η καλλιτεχνική κυοφορία μιας μεγάλης ιδέας είναι ανδρική μοίρα, η οποία έρχεται ίσως να ολοκληρώσει την ανδρική βιολογία, καθώς και ότι η μητρότητα είναι η θηλυκή εκδοχή της έννοιας Δημιουργία. Ολοένα και περισσότερο πλέον, η επιθυμία έρχεται να διορθώσει τη βιολογία ή, για την ακρίβεια, την κατεστημένη κοινωνική βιολογία. Από την άλλη, δεν είναι εύκολο ή σκόπιμο να υποστηρίξει κανείς ότι η επιθυμία δεν πηγάζει από τη βιολογία, ακόμα κι όταν η πρώτη πηγαίνει κόντρα στη δεύτερη, σαν ένα ατίθασο τέκνο. Η βιολογία είναι γεφυρωμένη με την επιθυμία, ακόμα κι αν είναι δεμένες από την ουρά.

Οι γυναίκες δημιουργοί είναι πάντοτε σε εσωτερικό διάλογο (που όλο και συχνότερα εξωτερικεύεται) με συσσωρευμένα συμπλέγματα και κάποιες φορές καταφέρνουν να ξεκολλήσουν από το κούτελό τους την ετικέτα «γυναικεία τέχνη». Πρόκειται για μια ειρωνική ταυτολογία που το αρνητικό της πρόσημο έχει καβαλήσει την ουσιαστική της αξιολόγηση˙ είναι ένα σημαίνον που φέρει νοθευμένο σημαινόμενο, χάνοντας την περιγραφική του ουδετερότητα. Το ζήτημα δεν είναι τελικά να ξεκολλήσει η καλλιτέχνις την ετικέτα «γυναικεία τέχνη», αλλά να ξαναπατήσει με τη γραφίδα της τα γράμματα μέχρι να γίνουν ανάγλυφα. Κάποια στιγμή το χαρτί θα υποχωρήσει στα αλλεπάλληλα περάσματα της γραφίδας και θα αποκαλυφθεί ό,τι αληθινό υπάρχει πίσω του˙ καλό ή κακό. Όταν εκείνη παραδεχτεί ότι αυτό που κάνει είναι γυναικείο, μιας που είναι γυναίκα, τότε το δημιούργημά της θα πάψει να θεωρείται «ροζ» και θα αρχίσει να είναι˙ ένα νέο δικό της Ροζ – σοβαρό, φωτεινό, έξυπνο. Θα μπορέσει έτσι το έργο της να αποτελέσει μια ξεδιάντροπη γιορτή του οράματός της – οράματος σκοτεινού; φωτεινού; άχρωμου; πολύχρωμου; σπαραχτικού; συναισθηματικού; εγκεφαλικού; – και πάντως όχι μια μίζερη αισθητική απολογία.

Ποιος φοβάται το Ροζ;

Η Βασιλική Κοσκινιώτου δεν φοβάται το Ροζ. Μερικές φορές, μάλιστα, η ζωγραφική της επιμένει σ’ αυτό˙ το Ροζ κάνει την εμφάνισή του σε διάφορους τόνους και πυκνότητες, ως καθαρό λάδι ή ως θρυμματισμένο λαδοπαστέλ, ενώ άλλοτε κρύβεται πίσω από επιφάνειες (χωρίς όμως να αποχωρεί)˙ γίνεται η ψυχή του μαύρου ή χρησιμοποιείται με μια νέα σκούρα ευαισθησία. Δείτε, για παράδειγμα, τον ουρανό στο κεντρικό έργο της έκθεσης με τίτλο «Δήμητρα». Είναι μια Ροζ επιφάνεια, πολύ περισσότερο τοιχογραφία παρά αέρας. Ένας περίκλειστος, επινοημένος ουρανός. Ένας ουράνιος τοίχος, χαρακωμένος με αδρότητα από πρωτόγονα ρόδια, βιολετίζει σαν άυλο μούχρωμα, κι όμως είναι ταυτοχρόνως έτοιμος να διαλυθεί στις σκόνες του, σαν νωπό φρέσκο της Πομπηΐας που θα το καταργήσει η βροχή. Στο κέντρο του ουρανού ένα φεγγάρι-ήλιος-αυγό (τρεις συμβολικές μορφές, τις οποίες η Κοσκινιώτου συνταυτίζει στο ίδιο φαινόμενο) διχοτομείται και μας δίνει την αίσθηση ότι όλος ο ουράνιος τοίχος έχει βγει μέσα από το κέλυφός του, σαν ένα μελάτο αυγό που στέγνωσε. Η καλλιτέχνις ζωγραφίζει επίμονα τη διαδικασία και την εσωτερική σοφία της μητρότητας, εγκολπωμένης κυριολεκτικά στο σώμα των τελάρων της. Ο θεατής νιώθει περήφανος μπροστά στην περήφανη, τολμηρά Γυναικεία, ζωγραφική της.

Η καλλιτέχνις δεξιώνεται τα χρώματα, που υποβάλλουν τη φωτεινότητά τους στα μεγάλα της τελάρα και στις μικρότερες ζωγραφιές της, ερχόμενα κατευθείαν από τη φλέβα της Δημιουργίας ως μητρότητας και όχι της Μητρότητας ως δημιουργίας. Στην έκθεση της Κοσκινιώτου τα πράγματα ζωγραφίζονται στη μητρική τους γλώσσα. Η «πατρίδα» γίνεται «μητρίδα» στο όνομα όχι της μητριαρχίας αλλά της τέχνης. Το αρσενικό δεν απουσιάζει από τα κυκλικά σύμπαντα του συγκεκριμένου καλλιτεχνικού σώματος, θα λέγαμε μάλιστα ότι η παρουσία του είναι παντού, με τη ζωοφόρο μορφή της βροχής ή της φλέβας ή ως λωρίδα που διασχίζει τους αυγόσχημους κύκλους της Κοσκινιώτου.

Ο ελευσίνιος κανόνας

Οι συμβολισμοί των Ελευσίνιων Μυστηρίων έχουν βρει στην Κοσκινιώτου τη μυστική εικονογράφο τους, η οποία διασχίζει την μακρά τελετουργία της γιορτής, παρακάμπτει την κατάποση του παραισθησιογόνου Κυκεώνα, και – διατηρώντας την διαύγεια του Λόγου της – φτάνει στην περιοχή των συμβολοποιημένων εννοιών, τις οποίες αναδεικνύει μέσα από ένα ιδιοσυγκρασιακό κράμα αφαίρεσης και εξπρεσιονισμού. Βοηθώντας αναδρομικά την Περσεφόνη, φτιάχνει για χάρη της ένα μητρικό περιβάλλον, ένα τρυφερό κουκούλι ασφαλείας. Κάθε θεατής, ισόβιο τέκνο μιας μάνας και ενός πατέρα, θέλγεται από την χρωματική καλοσύνη των έργων της καλλιτέχνιδος και θέλει να εισχωρήσει στο περιβάλλον τους, σαν ένας φυτικός σπόρος από την αρχή σπαρμένος.

‘Οταν ο Άδης ρουφάει στα βάθη του την Περσεφόνη, η Δήμητρα και η Κόρη κορυφώνουν την διπλή τους φύση. Αυτές οι δυο γυναίκες - άνθρωποι δέντρα, άνθρωποι κλαριά, άνθρωποι καρποί – ορθώνουν την ένωση της αιώνιας Φύσης με την ανθρώπινη προσωρινότητα στα ύψη του Συμβόλου. Ο δεσμός ανθρώπινης αδυναμίας και φυσικής/φυτικής παντοδυναμίας αποκαλύπτεται στην διπλή ανάγνωση του μύθου. Ανθρωποκεντρικά, η Δήμητρα είναι μια πενθούσα μάνα και η Περσεφόνη μια νεκρή κόρη. Φυσιοκεντρικά, «Δήμητρα» είναι η γη και «Περσεφόνη» είναι ένας σπόρος που ξαναμπήκε στη γη, για να φυτρώσει εκ νέου. Αν ενώσουμε πλεκτά τις δύο αναγνώσεις, βλέπουμε τον κύκλο της φυσικής ζωής να αγκαλιάζει τον άνθρωπο ως αναπόσπαστο μέρος του. Η απελπισμένη αναζήτηση της άνοιξης, όσο και η συμφιλίωση με το τέλος της, είναι ο απαράβατος κυκλικός κανόνας της ανθρώπινης μοίρας.

Κυκλικές γέφυρες

Η καλλιτέχνις φέρνει στην Επιφάνεια την ψυχή της φυσιολογίας της (ή και αντιστρόφως) χρησιμοποιώντας ως μυστ-αγωγούς κάποια επαναλαμβανόμενα σχεδιαστικά μοτίβα. Το κυρίαρχο είναι ο κύκλος, ένας κύκλος που εμφανίζεται σε διάφορες παραλλαγές. Ελλειπτικός, αυγόσχημος, κενός σαν δαχτυλίδι, μισογεμάτος σαν φεγγάρι, ιπτάμενος σαν διάφανη φούσκα, προστατευτικός σαν στρογγυλός περίβολος ενός μικρού σπιτιού, σχεδόν τετραγωνισμένος με σπείρες στο εσωτερικό του, άλλοτε διακεκομμένος, σπανίως άρρηκτος. Οι μεταμορφώσεις του κύκλου είναι δεκάδες στους πίνακες της Κοσκινιώτου, αλλά αποτελούν εκφάνσεις του ίδιου φαινομένου. Πρόκειται για το ποιητικό υπερηχογράφημα της κυοφορούσας θεάς Δήμητρας! Η εξαιρετική ευελιξία των ωαρίων, που σφραγίζουν την γονιμότητα του καμβά, προσομοιάζεται από τις πλατιές χρωματικές κηλίδες με τα χαλαρά, ελαστικά τους περιγράμματα.

Η προσαρμοστικότητα των κυκλικών περιγραμμάτων αναδεικνύεται μέσα από την αγαπητική σχέση των αυγόσχημων κύκλων με τις γραμμές, τις βροχές, τις λωρίδες ή – ας πούμε, αναπόφευκτα – με κάθε φαλλική επίσκεψη. Παρατηρεί κανείς την τεμνόμενη σχέση της περιφέρειας κάθε κύκλου με το μοτίβο της διαπεραστικής γραμμής, που, άλλοτε σκληρή σαν ηλιαχτίδα κι άλλοτε ελεύθερη σαν βροχόπτωση, επιφέρει στο Αυγό μια διχοτόμηση. Η διχοτόμηση αυτή είναι ωστόσο το πιο προφανές – αρκεί να συγκρίνει κανείς τους κύκλους στα τελάρα και θα διαπιστώσει το μοτίβο. Εκείνο που έχει μια επιπλέον σημασία είναι η εκ νέου προσαρμογή του διχοτομημένου κύκλου στην καινούργια κατάσταση.

Στο έργο «Έναστροι Ψίθυροι» έχουμε ένα γλαφυρό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης. Ο βασικός κύκλος στο αριστερό πάνω μέρος της σύνθεσης κόπηκε σε δύο ετεροβαρή μέρη και – τι ειρηνικό! – αμέσως προσαρμόστηκε στο νέο του περιβάλλον. Η αριστερή μπλε λωρίδα του πίνακα μοιάζει να είναι η πιο αρσενική, με ανδρικές φιγούρες να υποννούνται πίσω από τις γαλάζιες σερπαντίνες που κρέμονται από ψηλά, σαν διαχωριστικό επουράνιας πόρτας (στολισμένες με στίχους αντί για χάντρες). Το τμήμα του κύκλου που βρίσκεται εκεί είναι επιζωγραφισμένο με ροζ χρώμα. Πάνω στον αρσενικό ουρανό που προβάλλει από το άνοιγμα της πόρτας, το αυγό κυριολεκτικά λάμπει, προσαρμοσμένο στην ίδια τη διαφορετικότητά του. Το κυρίως μέρος του πίνακα, το δεξί, διογκωμένο σαν το δεξί εγκεφαλικό ημισφαίριο ενός προσώπου κυριευμένου από το πλάτος των συναισθημάτων του, φιλοξενεί κατεξοχήν θηλυκά αρχέτυπα.

Καταρχάς, ο βασικός κύκλος που εξετάζουμε, στο τμήμα αυτό, είναι πλήρως προσαρμοσμένος στο περιβάλλον του, στην κατάσταση πριν την γονιμοποίηση (;), ενώ δίπλα του ένα σωρό ιπτάμενες φούσκες κουβαλούν στην κοιλιά τους μικρά σπίτια, των οποίων η στέγη είναι στραμμένη ως βελάκι προς το ακέφαλο σώμα της γυναίκας που κάθεται οκλαδόν στη γη. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Παραβλέποντας τον κίνδυνο της υπερερμηνείας, θα ήθελα να παρατηρήσω την θαυμάσια γέφυρα μεταξύ των δύο φύλων, αλλά και των δύο υποστάσεων που παρατηρήσαμε νωρίτερα στην Δήμητρα και την Περσεφόνη (γυναίκα ως αλληγορία της φύσης), που στήνει η Κοσκινιώτου σ’ αυτό το έργο. Το σώμα της γυναίκας, ενωμένο με την καταπράσινη γη, είναι όντως ακέφαλο; Ψυχικά, όχι. Το σώμα της γυναίκας είναι μάλλον ασώματο και το κεφάλι της είναι μεταμορφωμένο σε μια λωρίδα ουρανού γεμάτη καταφύγια. Στο πλάι ένας τετραγωνισμένος κύκλος με μια σπείρα στο κέντρο του βρέχει επίσης προς το μέρος της. Είναι ο Ζεύς που έγινε βροχή για να κατακτήσει αυτή τη φορά τη Δήμητρα; Στο έργο «Περσεφόνη» θα δούμε το μοτίβο της βροχής να επαναλαμβάνεται στη σύνθεση. Λαμπρή βροχή, πρωταγωνιστική, παχιά και ολόχρυση.

Το ασώματο σώμα – ένας ακόμα ελεύθερος κύκλος, ένα διάφανο αυγό προσαρμοσμένο ακριβώς στο φόντο του – είναι καθισμένο πάνω σε όρθιους στίχους που το διαπερνούν σαν ανθισμένα λουλούδια, το γεμίζουν, συμπληρώνουν την σαρκικότητά του με λόγο. Βρισκόμαστε στην χώρα όπου το μυαλό κυοφορεί και το σώμα μιλάει. Η γυναίκα που κάθεται οκλαδόν, με την πλάτη της προς τον θεατή, είναι μια Δήμητρα καθισμένη στο καλλίχωρον φρέαρ. Όμως στο έργο της Κοσκινιώτου, αυτή η αφανής Αγέλαστος Πέτρα όπου κάθεται το γυναικείο περίγραμμα, βαφτισμένη στη λύπη της πενθούσας Δήμητρας, είναι εδώ μια πέτρα που, μελαγχολικά, μειδιά.

Ιαμβικός Γεφυρισμός

Πέρα από την ψύχραιμη συμβολική θεώρηση, πώς ωστόσο να παραβλέψει κανείς το πανάρχαιο ριάλιτι, το «αληθινό» δράμα, όπου μια μάνα, πρόωρα γερασμένη, χάνει το παιδί της από το χέρι του θανάτου και με επιμονή συνεχίζει να το αναζητά; Τούτη τη βαθιά πληγή της μητρότητας έρχεται να επουλώσει με μια στιγμιαία φωταγωγία ένα δευτερεύον πρόσωπο της μυθολογίας και των Ελευσίνιων μυστηρίων, που θα γίνει στο κείμενο αυτό η Γέφυρα με εκείνο το πνεύμα που αποκαλώ «γελαστή μητρότητα» στο έργο της Βασιλικής Κοσκινιώτου. Το πρόσωπο-κλειδί στο Μυστήριο είναι η Ιάμβη.

Κατά την ιερότερη μέρα της τελετής των Ελευσίνιων Μυστηρίων, στη διάρκεια της Πομπής στην Ιερά Οδό και συγκεκριμένα στο ύψος της γέφυρας του Κηφισού, οι μύστες ακολουθούσαν μια ενδιαφέρουσα τελετουργία. Εξαπέλυαν σκωπτικά αστεία προς τιμήν – σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη – της Ιάμβης, κόρης του Πάνα και της Ηχούς, η οποία κατάφερε να κάνει τη Δήμητρα να γελάσει όταν εκείνη, σε κατάσταση απελπισίας, έψαχνε να βρει την κλεμμένη Περσεφόνη. Η Ιάμβη, θεότητα του αστείου στίχου, διέκοψε το πένθος της Δήμητρας, την έκανε να φωτιστεί από ψυχική ευαρέσκεια και, ως συνέπεια, το γέλιο της θεάς έκανε ξανά τη γη να ανθίσει. Δεν είναι και μικρό το κατόρθωμα της Ιάμβης.

Τα χονδροειδή αστεία που ακούγονταν άξαφνα στο μέσον της πένθιμης και ιερής κατάνυξης έχουν το αποκαλυπτικό όνομα «Γεφυρισμοί». Η προέλευση του ονόματος είναι βεβαίως ο τόπος του «ανάρμοστου» συμβάντος: η γέφυρα. Δεν μπορούμε όμως να αγνοήσουμε την μοιραία σχέση του ονόματος των Γεφυρισμών με το περιεχόμενό τους και, σε συνέχεια, με το περιεχόμενο του γεφυρωτικού έργου της Βασιλικής Κοσκινιώτου. Η γέφυρα είναι ένα μαγικό αντικείμενο, το οποίο έχει την ιδιότητα να ενώνει και να χωρίζει. Η προ-ζωή στη μήτρα γεφυρώνεται με την γέννηση, η οποία όμως με τη σειρά της διχοτομεί τη μάνα, τη διαχωρίζει από τον καρπό της. Η ζωή επί γης γεφυρώνεται με την «εις άδου κάθοδον», δηλαδή τον θάνατο, ο οποίος με τη σειρά του διαχωρίζει το όν από τον κόσμο. Το επουράνιο γεφυρώνεται με το επίγειο και το υπόγειο. Τα δύο φύλα επίσης γεφυρώνονται, εραστές που κυλούν το σώμα τους μεταξύ γης και ουρανού κι έπειτα διαχωρίζονται στην αυτόνομη μοναδικότητά τους. Πάνω σε όλες αυτές τις γέφυρες διπλής κατεύθυνσης τα «ιαμβικά» χρώματα της καλλιτέχνιδος εξαπολύονται ως χαρές της ζωής, γιορτάζουν τη μητρότητα και το φαινόμενο της ύπαρξης, και κάνουν την Αγέλαστο Πέτρα να χαμογελάσει.

Η γραμμή και η κηλίδα

Τα βασικά αναπαραστατικά μοτίβα της Βασιλικής Κοσκινιώτου είναι οι ελαστικοί κύκλοι και οι πολυμορφικές γραμμές. Τα δομικά υλικά των μοτίβων είναι τα λάδια και τα λαδοπαστέλ καθώς και τα χειρόγραφα γράμματα. Η Ιάμβη βάζει το χεράκι της και στα δύο. Φέρνει στα μάτια μας το γέλιο των χρωμάτων και τους στίχους στα ιαμβικά της μέτρα. Η λέξη ίαμβος προέρχεται από την Ιάμβη και είναι βεβαίως το γνωστό αρχαίο ελληνικό μέτρο της απαγγελόμενης ποίησης. Δεν μας προκαλεί έκπληξη ότι στην πλειονότητα των έργων της η Βασιλική Κοσκινιώτου χρησιμοποιεί στίχους ποιητών ως δομικό μέρος της όλης σύνθεσης. Ο Νίκος Καρούζος, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Σαπφώ, αλλά και πεζογράφοι, όπως η Ρέα Γαλανάκη (και, προς μεγάλη μου χαρά, η καλλιτέχνις έχει εντάξει φράσεις και από τη δική μου «Μελανίππη») εισχωρούν στις εικόνες της ζωγράφου, ως άλλες γραμμές, βροχές, στήλες λόγου που στυλώνουν τα έργα της στα δύο πόδια του ζωγραφικού (θρ) ιάμβου.

Δεν είναι τυχαίο ίσως ότι το παστέλ ήταν το αγαπημένο χρώμα των συμβολιστών στα τέλη του 19ου αιώνα. Παρότι η Κοσκινιώτου ακολουθεί πολύ περισσότερο την ποιητική του Πάουλ Κλε και του Χουάν Μιρό, ο συμβολισμός είναι αναπόσπαστο μέρος του προβληματισμού της. Ο θεωρητικός Ζαν Κλαιρ ονομάζει το παστέλ «καθαρή έκφραση ευαισθησίας» και συνεχίζει λέγοντας ότι το μεγάλο του προτέρημα είναι ότι «είναι ταυτόχρονα γραμμή και κηλίδα, εγχάραξη και επικάλυψη, σχήμα και χρώμα», μια γεφυρωτική ιδιότητα που θαύμασε πολύ και ο Ματίς. Στο εγκώμιο του παστέλ («Σκέψεις για την κατάσταση των εικαστικών τεχνών», εκδ. Σμίλη), ο Κλαιρ συνεχίζει, χαρακτηρίζοντας δίχως να το ξέρει τα λαδοπαστέλ της Κοσκινιώτου (!), «η χρωματιστή σκόνη ξυπνάει στη μνήμη μας εκείνη την άχνη του ταλκ που αναπνέαμε όταν ήμασταν μωρά [...] αλλά και κάτι που συνδέεται τόσο οργανικά [...] με το μυστήριο της γέννησης και του θανάτου». Βεβαίως ο Κλαιρ εγκωμιάζει το παστέλ και όχι το λαδοπαστέλ. Έχει σημασία. Η Κοσκινιώτου δεν περνάει από το ορυκτό στο αέριο (όπως περιγράφει ο Κλαιρ το ξηρό παστέλ) αλλά συμπεριλαμβάνει και αξιοποιεί την υγροποίηση που προσθέτει το λάδι στο παστέλ, κάνοντάς το να συνομιλεί τόσο όμορφα με τα λάδια. Η καλλιτέχνις βάζει την υγρότητα στο αδρό σύννεφο του παστέλ και περικλείει όλα τα στοιχεία της φύσης στο κυκλικό τοπίο της.

Το βάθος της επιφάνειας

Στα «Τοπία Μετάβασης» της ζωγράφου το βάθος έχει έρθει στην επιφάνεια και σχεδόν δεν υπονοείται. Η σύνθεση είναι ακριβώς αυτό που βλέπουμε, χωρίς να σημαίνει ότι δεν έχει ενσωματωθεί το βάθος στην επιφάνειά της. Ο αμφιβληστροειδής γιορτάζει τις έννοιες, όχι ως σχήματα λόγου αλλά ως σχήματα δράσης. Η προοπτική του βάθους είναι καταργημένη. Δεν κοιτάζουμε τη γη μέσα από το στόμιο ενός πηγαδιού. Το πηγάδι έχει κοπεί στα δύο, εγκάρσια, μαζί με το νερό και τη γη από κάτω. Κοιτάζουμε τη γη από το πλάι. Ό,τι είναι να ειπωθεί λέγεται οριζοντίως και όχι κατακόρυφα, απέναντι και όχι προς τα κάτω. Μην ψάξετε πίσω από τον καμβά. Η καλλιτέχνις μιλάει πεντακάθαρα. Κάθεται στην γελαστή της πέτρα και απλώνει τις γέφυρές της προς το μέρος μας. Παρακαλώ, περάστε.

ΜΑΡΙΑ ΓΙΑΓΙΑΝΝΟΥ

Info

Art Zone 42
Λεωφ. Βασιλέως Κωνσταντίνου 42
Η έκθεση διαρκεί από την Τετάρτη 28 Μαϊου έως και το Σάββατο 21 Ιουνίου 2014.
Ώρες λειτουργίας:
Τρ/Πεμ/Παρ: 11:00 - 15:00 & 18:00 - 21:00
Τετ/ Σαβ: 11:00 – 15:00